Η εισήγηση του μέλους της Λέσχης μας κυρίας Ιωάννας Χατζηλία για τις νουβέλες του Μιχάλη Μακρόπουλου “Μαύρο νερό” και “Θάλασσα”
Το συγγραφικό έργο του Μιχάλη Μακρόπουλου δεν χρειάζεται συστάσεις. Το έργο του ασκεί μαγνητική έλξη, που καθηλώνει. Η δύναμη του λόγου του, συνεπαίρνει. Ο Μιχάλης Μακρόπουλος σου αφήνει την ελευθερία να γνωρίσεις τον κόσμο που πλάθει, σου δημιουργεί ένα αίσθημα εμπιστοσύνης ότι αν αφεθείς σ’ αυτόν δεν θα ματαιοπονήσεις, σου δίνει όλα τα στοιχεία που χρειάζεσαι, αν θέλεις κι αν αντέχεις, να δημιουργήσεις ένα νέο, δικό σου κόσμο.
Αυτή η τόσο προσωπική σχέση συγγραφέα – αναγνώστη δεν χρειάζεται τη μεσολάβηση μιας παρουσίασης για να εμβαθύνει. Πλέκεται γύρω σου όταν αρχίζεις να διαβάζεις τις πρώτες σειρές, ρίχνει ρίζες μόλις συναντήσεις τους χαρακτήρες, βλασταίνει πριν περάσεις τις πρώτες σελίδες. Το αν ανθίσει, ξέρεις στο τέλος του βιβλίου, ότι πια εξαρτάται από σένα, τον αναγνώστη.
Η «Θάλασσα» και το «Μαύρο Νερό», έργα για τα οποία θα μοιραστώ τις σκέψεις μου μαζί σας απόψε, μου προσέφεραν ένα ακριβό συναίσθημα σεβασμού και ταπεινότητας. Μια σπάνια αίσθηση σύνδεσης του σημαντικού στον χώρο και τον χρόνο. Την αύρα μιας βεβαιότητας ότι φέρουμε μέσα μας τα άρρητα στοιχεία της ζωής, ό,τι αξίζει για να ζούμε.
Η οξυμένη πένα του συγγραφέα χαράσσει τον τόπο. Όσα μέχρι τώρα προσλαμβάνουν οι αισθήσεις μας, έρχεται η απέριττη, λιτή, λακωνική γραφή του Μακρόπουλου και τα ανατρέπει. Στον τόπο αυτό αναμετράται ο ζόφος με τον όλεθρο, η ερήμωση με τον αργό θάνατο. Η ζωή, βήμα – βήμα, μετρά ό,τι της έχει απομείνει. Η ήρεμη, σεμνή, σχεδόν γαλήνια γλώσσα του Μακρόπουλου περνάει πάνω από φύση, αντικείμενα, ανθρώπους διαλύοντας τον τρόμο και διυλίζεται μέσα μας. Με μια αξιοπρέπεια πρωτόγνωρη, με μια βιωματική συμπόνια για κάθε πλάσμα, μ΄ ένα θάρρος που αφυπνίζει. Ποια είναι η δύναμη που κρατά τη ζωή;
Στη «Θάλασσα», η φύση ορίζει το πλαίσιο, κινεί τα νήματα της ιστορίας. Η απόρροια της κλιματικής αλλαγής θα σπείρει τον αφανισμό. Οι πάγοι λιώνουν, ο παγετώνας παύει να υπάρχει. Η θάλασσα εξαπλώνεται πεισματικά και εξαφανίζει κομμάτια γης. Η πλειονότητα των ανθρώπων και των επιτευγμάτων τους θα χαθούν από έναν άγνωστο, θανατηφόρο ιό, που έκρυβε υπομονετικά ένας μετεωρίτης.
Ένα δεκάχρονο κορίτσι είναι η αφηγήτριά μας και η λυρική της φωνή θα ξεδιπλώσει την πλοκή.
Ο συγγραφέας θα στρέψει το βλέμμα μας σε σοφά επιλεγμένα σημεία, σε εικόνες ποιητικές προσώπων, απλών πραγμάτων και στιγμών, ένα μαχαίρι, ένα ροδάκινο, ένα δειλινό, στήνοντας το ψηφιδωτό που θα αποτελέσει το παρελθόν της. Οι συμβολισμοί θα αναδυθούν. Ένας προϊστορικός αμμωνίτης θα συνδέσει παρόν και μέλλον, σημάδι και δείκτης του νερού, της θάλασσας.
Εκείνη θα επιζήσει, καθώς επιλέγεται ανάμεσα σε όσους διαθέτουν μια τυχαία σωτήρια μετάλλαξη. Θα μεταφερθεί με τους λιγοστούς της φυσικής επιλογής σ’ ένα υπόγειο καταφύγιο, με τεχνητή ατμόσφαιρα και πλασματική ζωή, στον κάτω κόσμο.
Δεν μαθαίνουμε ποτέ το όνομά της. Και υπάρχει λόγος γι’ αυτό. Η ταυτότητά της είναι η μνήμη της. Υπάρχει όσο θυμάται. Όσο οδυνηρό κι αν είναι, στρέφεται προς το πριν μ’ έναν διακαή πόθο να ξανασυνδέσει τα κομμάτια, να βγει στην επιφάνεια. Εκεί που, είκοσι χρόνια μετά, θα γνωρίσει επιτέλους τη θάλασσα, την αρχέγονη πηγή της ζωής. Κάθε βουτιά στα νερά της θα την φέρει όλο και πιο βαθιά στα έγκατα της ψυχής της. Με κάθε ανάσα θα μάθει ν’ ανασύρει μέσα από χαλάσματα τα κομμάτια ενός νέου εαυτού.
Είναι μια πορεία ενηλικίωσης, ωρίμανσης, αναγέννησης. Δεν αρκεί το τυχαίο για να έχεις το προνόμιο να ζεις. Το δικαίωμα στη ζωή κατακτιέται. Η θαρραλέα συνειδητοποίηση της πραγματικότητας, η θλίψη που μετουσιώνεται σε έρωτα, η δύναμη της επιστροφής στην αρχή όταν το τέλος έχει ήδη δοθεί. Μέσα στη μητρική αγκαλιά της θάλασσας, θα βρει το κλειδί. Όχι αυτό που αφέθηκε σαν παρακαταθήκη ενός χαμένου κόσμου. Αλλά το κλειδί του απάνω κόσμου, εκεί όπου η ζωή αξίζει να υπάρχει. Τι είναι αυτό που δίνει αξία στη ζωή;
Ο χρόνος στο έργο του Μακρόπουλου είναι «άχρονος». Είναι ακτινωτός, αυτοαναφορικός. Αυτό που συμβαίνει τώρα, έρχεται από το παρελθόν και ό,τι θα συμβεί αύριο γράφεται στον αόριστο. Δεν εγκλωβίζει τον ήρωα της ιστορίας, δεν θολώνει τον αναγνώστη. Η πνοή του ρέει μαζί με την ιστορία, μέχρι την λύση, ως την κάθαρση. Που θ’ αναζητήσει κανείς την λύτρωση;
Στο «Μαύρο Νερό», ο άνθρωπος βρίσκεται αντιμέτωπος με τις τραγικές συνέπειες των πράξεών του. Γίνεται μάρτυρας, θύμα και θύτης. Μεταμορφώνεται σε φάντασμα, φυγά, φονιά. Η φύση δεν έχει έλεος. Κι αν είχε, δεν θα έφθανε ν’ αντισταθμίσει την καταστροφή, να εξοβελίσει τον θάνατο, να συγχωρέσει την απώλεια. Μια χούφτα ανθρώπων, οι τελευταίοι ηλικιωμένοι, σε αυτό το ορεινό χωριό της Ηπείρου, που κάθε μπουκιά και κάθε γουλιά τους αφαιρεί την τελευταία ικμάδα της ζωής τους, μένουν ν’ αντιστέκονται μ’ ένα παράταιρο πείσμα σε κάθε τεχνοκρατούμενη λογική που προσπαθεί να επανακαθορίσει τη ζωή τους. Αρνούνται να εγκαταλείψουν τις εστίες τους, τον τόπο τους. Δεν έχουν λόγο ύπαρξης έξω από αυτόν. Θα αδειάσουν την ψυχή τους αν αποκόψουν τα σώματά τους από τα σπίτια τους, τις μνήμες τους, το απόλυτα δικό τους παρελθόν.
Στον άρρωστο τόπο που άνθρωπος δεν ζει, ένας πατέρας με τον εκ γενετής ανάπηρο γιό του, παλεύουν με την φθορά μετρώντας αντίστροφα τον χρόνο, κρατούν ζωντανή τη νεκρόπολη, αντιμάχονται την αυτοεκπληρούμενη πρόβλεψη του οριστικού τέλους. Εάν επρόκειτο για μια κινηματογραφική σκηνή, αυτή θα ήταν πνιγηρή, ζοφερή, απέλπιδα. Είναι, όμως, η δύναμη της γήινης γραφής του Μακρόπουλου, που αυτή την ημιθανή αγριότητα, την σκληρότητα της ερημιάς, την διαποτίζει με μια λεπτότατη ευαισθησία, την καλύπτει μ’ ένα πέπλο εσωτερικής λάμψης.
Ο πατέρας, μορφή βιβλική, εμβληματική, φέρει στην πλάτη του τον γιο του. Τον μεταφέρει ψυχή τε και σώματι. Ζαλώνεται τον ανάπηρο, αλλά γεμάτο ζωντάνια Χριστόφορο και πεζοπορεί ακάματα, συντασσόμενος με την επιταγή του παιδιού να μην αφήσουν τον τόπο τους. Με αυτή την αυτοτροφοδούμενη, συγκινητική φλόγα πίστης και δύναμης, επιχειρεί το πέρασμα μέσα από βουνά, συγκρούσεις, τραυματισμούς και κινδύνους, με το βαρύ φορτίο – χρέος να κρατήσει ζωντανό το πολυτιμότερο κομμάτι που τους έχει απομείνει. Το όνειρο, την ελπίδα, αυτό το ψήγμα αισιοδοξίας που δεν έχει καταφέρει να δηλητηριάσει σε μαύρο αίμα το μαύρο νερό. Είναι η συμβολική πράξη αναζήτησης της σωτηρίας, που υπερβαίνει τα όρια της ύπαρξης και ανυψώνει τον άνθρωπο. Όταν ο φόβος του θανάτου καραδοκεί, ποια δύναμη σταλάζει βάλσαμο στην ψυχή;
Για πολλές μέρες μετά την ανάγνωση του βιβλίου, έφερα στην πλάτη μου το «Μαύρο Νερό». Όχι ως βάρος, αλλά ως βαθιά ανάγκη αναστοχασμού. Με ακολουθούσε επίμονα η τελευταία φράση της γυναίκας, που φέρνει την ανθρώπινη ζεστασιά, τον έρωτα, λίγο πριν το τέλος. «Όσο κρατήσει», είπε στον πατέρα. Πόσες φορές στη ζωή μου είπα την ίδια φράση;
Αν το μέτρο της ζωής είναι ο θάνατος, αυτή η γλυκόπικρη αλήθεια κρατάει το ίσιο. Όσο κρατήσει το απόθεμα της ψυχής μας. Όσο κρατήσει η ανάσα μας, η ζωή θα υπάρχει. Γιατί θέλουμε να συνεχίσει.
Χρειάστηκε αρκετές φορές να πάρω το κλειδί από την «Θάλασσα» για ν’ ανοίξω κλειδωμένες πόρτες.
Είναι μια γυναίκα, που και στη «Θάλασσα» και στο «Μαύρο Νερό» αλλάζει το σκηνικό. Είναι το θηλυκό στοιχείο που αναγεννά αυτόν τον άδειο κόσμο, της φύσης και των ανθρώπων.
«Το σπίτι μου είναι εδώ», είπε το παιδί και «ο Πατέρας ένιωσε να κυλά στο τραχύ του μάγουλο ένα δάκρυ». Κι εγώ κατάλαβα, πως η απάντηση σε όλα τα ερωτήματά μου είναι μία: Η πηγή της ζωής είναι η αγάπη, στην υπέρτατη και απόλυτη έκφρασή της. Είναι το θεμέλιο που κτίστηκαν πάνω της η «Θάλασσα» και το «Μαύρο Νερό». Είναι η κινητήρια δύναμη των ηρώων αυτής της δυστοπικής μα τόσο αληθοφανούς πραγματικότητας. Είναι ο άξονας και η αξία της ζωής τους. Είναι ο δρόμος για την κάθαρση. Είναι ο νέος τόπος.
Το όνομά της δεν αναφέρεται πουθενά. Και υπάρχει λόγος γι’ αυτό. Η ταυτότητά της είναι η μνήμη μας. Υπάρχουμε ως άνθρωποι μόνο όσο την κρατάμε μέσα μας ζωντανή. Και αυτή θα μας κρατήσει.
Ήταν χαρά μου, που μοιράστηκα μαζί σας αυτή την όμορφη λογοτεχνική βραδιά.
Ήταν ιδιαίτερη τιμή, η ευκαιρία που μου δώσατε να μιλήσω για δύο τόσο σημαντικά έργα.
κ. Μακρόπουλε, σας είμαι ευγνώμων που με το ταλέντο και την αξία της τέχνης σας με οδηγήσατε να βουτήξω βαθιά στο νερό της ζωής.
Σας ευχαριστώ






